Τη διαδρομή που ακολούθησαν τα γερμανικά καμιόνια την περίοδο της Κατοχής για τη μεταφορά μελλοθανάτων αγωνιστών από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου προς το Σκοπευτήριο της Καισαριανής διέτρεξαν τρέχοντας περισσότεροι από 1.500 πολίτες, στο πλαίσιο του 3ου Λαϊκού Αγώνα Δρόμου που διοργάνωσαν τα Εργατικά Κέντρα Αθήνας και Πειραιά, υπό την αιγίδα του ΣΕΓΑΣ.
Η διοργάνωση είχε έντονο συμβολικό χαρακτήρα, καθώς πραγματοποιήθηκε λίγες εβδομάδες μετά τη δημοσιοποίηση φωτογραφιών των 200 εκτελεσμένων της Καισαριανής, γεγονός που, όπως σημείωσαν οι διοργανωτές, ενίσχυσε το ενδιαφέρον και την προσέλευση τόσο των συμμετεχόντων όσο και του κόσμου που συγκεντρώθηκε στο Σκοπευτήριο για να υποδεχθεί τους δρομείς στον τερματισμό.
Στον αγώνα συμμετείχαν άνθρωποι κάθε ηλικίας, από εφήβους έως και συνταξιούχους, ενώ ξεχώρισε και η παρουσία του Γρηγόρη Τσιγάρα, γιου εκτελεσμένου από τους ναζί σε μεταγενέστερες εκτελέσεις που ακολούθησαν τα γεγονότα της Καισαριανής, υπογραμμίζοντας τον διαγενεακό χαρακτήρα της μνήμης.
Από το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου, ιδιαίτερη στιγμή αποτέλεσε η παρουσία της Μ. Φύσσα, η οποία δήλωσε συγκινημένη για τη δράση και τον συμβολισμό της, τονίζοντας τη σημασία της ιστορικής μνήμης και της ελευθερίας ως διαρκούς αγώνα.
Στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, οι δρομείς υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη συγκίνηση, ενώ η διοργάνωση απέκτησε ξεχωριστό βάρος και από την παρουσία του Γρηγόρη Λαμπράκη, εγγονού του εμβληματικού αγωνιστή και «μαραθωνοδρόμου της ειρήνης». Ο ίδιος σημείωσε ότι η οικογένειά του παραμένει διαχρονικά συνδεδεμένη με τους λαϊκούς αγώνες, ανεξαρτήτως μορφής, υπογραμμίζοντας τον διαρκή χαρακτήρα της ιστορικής και κοινωνικής μνήμης.
Η δράση ολοκληρώθηκε μέσα σε κλίμα έντονης συγκίνησης, με τους διοργανωτές να τονίζουν ότι ο αγώνας δρόμου δεν αποτελεί μόνο αθλητικό γεγονός, αλλά και μια ζωντανή υπενθύμιση της ιστορίας και των θυσιών που τη σημάδεψαν.
