Μια ξεχωριστή βραδιά αφιερωμένη σε μία από τις πλέον εμβληματικές σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας πραγματοποιήθηκε στην Αγία Βαρβάρα, με αφορμή τη συμπλήρωση διακοσίων ετών από την Έξοδο του Μεσολογγίου.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης παρουσιάστηκαν στοιχεία και μαρτυρίες από την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, φωτίζοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι πολιορκημένοι κάτοικοι της Ιερής Πόλης έγραψαν ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του Αγώνα για την Ανεξαρτησία. Τα Τμήματα Παράδοσης και Λαογραφίας της Ενορίας του Προφήτη Ηλία και Παραδοσιακών Χορών του Δήμου μας, παρουσίασαν παραδοσιακούς χορούς, τιμώντας την ιστορική επέτειο.
Η πρωτοβουλία υλοποιήθηκε από τον Προϊστάμενο του Ιερού Ναού Προφήτη Ηλία πατέρα Μελέτιο, σε συνεργασία με τον Δήμο Αγίας Βαρβάρας, ανταποκρινόμενη στην πρόταση του Δημάρχου Λάμπρου Μίχου να τιμηθεί η ιστορική αυτή επέτειος μέσα από μια εκδήλωση με εκπαιδευτικό και συμβολικό χαρακτήρα.
Η συμπλήρωση δύο αιώνων από τα γεγονότα του Μεσολογγίου προσφέρει μια πολύτιμη ευκαιρία αναστοχασμού πάνω στις αξίες που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Ελλάδα. Η προσήλωση στην ελευθερία, η συλλογική ευθύνη και η δύναμη της ενότητας παραμένουν επίκαιρα διδάγματα, με ιδιαίτερη σημασία για τις νεότερες γενιές.
Ο Δήμος Αγίας Βαρβάρας στηρίζει δράσεις που αναδεικνύουν την ιστορική κληρονομιά του τόπου μας και συμβάλλουν στη διατήρηση της εθνικής μνήμης, ενισχύοντας τη γνώση και τον διάλογο γύρω από γεγονότα που καθόρισαν την πορεία του Ελληνισμού.
Χαιρετισμό στην εκδήλωση απηύθυναν ο Προϊστάμενος του Ιερού Ναού Προφήτη Ηλία πατέρας Μελέτιος, ο Δήμαρχος μας Λάμπρος Μίχος, ενώ η εντεταλμένη δημοτική σύμβουλος Ολυμπία Τουμαζάτου, παρουσίασε ένα ιστορικό αφιέρωμα στην Έξοδο του Μεσολογγίου.
Την εκδήλωση παρακολούθησε σύσσωμη η δημοτική αρχή και η βουλευτής του Δυτικού μας Τομέα Νάντια Γιαννακοπούλου, η οποία και απηύθυνε χαιρετισμό.
Παραθέτουμε αυτούσια την ομιλία-ιστορικό αφιέρωμα στην Έξοδο του Μεσολογγίου της εντεταλμένης μας δημοτικής συμβούλου Ολυμπίας Τουμαζάτου.
Πανσιολογιώτατε,
Αξιότιμε κύριε Δήμαρχε,
Αγαπητοί συμπολίτες,


Ελληνίδες και Έλληνες,
Φέτος συμπληρώνονται διακόσια χρόνια από την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου, ένα γεγονός που κατέχει ξεχωριστή θέση στην ελληνική ιστορία και παραμένει μέχρι σήμερα σύμβολο ελευθερίας, θυσίας και ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η Έξοδος του Μεσολογγίου έχει καταγραφεί ως μία από τις πιο ένδοξες και ταυτόχρονα πιο τραγικές στιγμές της ιστορίας μας. Σήμερα, όμως, δεν θα σταθούμε μόνο στα γεγονότα. Θα προσπαθήσουμε να πλησιάσουμε τους ανθρώπους πίσω από τα γεγονότα. Για να κατανοήσουμε το μεγαλείο της Εξόδου, πρέπει πρώτα να θυμηθούμε τι είχε προηγηθεί.
Βρισκόμαστε στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Από το 1821 οι Έλληνες έχουν ξεσηκωθεί διεκδικώντας την ελευθερία τους ύστερα από αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας. Το Μεσολόγγι υπήρξε από την πρώτη στιγμή ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Αγώνα. Οι κάτοικοί του είχαν ήδη αποκρούσει δύο πολιορκίες και είχαν αποδείξει ότι ήταν αποφασισμένοι να υπερασπιστούν την πατρίδα και την ελευθερία τους. Η Έξοδος του 1826 δεν ήταν ένα ξαφνικό γεγονός. Ήταν η τελευταία πράξη ενός δράματος που κράτησε χρόνια. Η τρίτη πολιορκία ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1825 από τον Κιουταχή πασά. Λίγους μήνες αργότερα έφθασε και ο Ιμπραήμ πασάς με ισχυρές αιγυπτιακές δυνάμεις. Η πόλη βρέθηκε αποκλεισμένη από στεριά και θάλασσα.
Οι μέρες περνούσαν. Τα τρόφιμα λιγόστευαν. Η πείνα γινόταν όλο και πιο σκληρή. Άνδρες, γυναίκες και παιδιά δοκιμάζονταν καθημερινά. Και όμως δεν εγκατέλειπαν τον αγώνα. Υπό αυτές τις ασφυκτικές συνθήκες, οι πολιορκημένοι πήραν τη μεγάλη απόφαση. Τα ξημερώματα της Κυριακής των Βαΐων, στις 10 Απριλίου 1826, αποφάσισαν να επιχειρήσουν την Έξοδο. Ήταν μια πράξη απελπισίας, αλλά ταυτόχρονα μια πράξη ύψιστης γενναιότητας. Προτίμησαν να αγωνιστούν για την ελευθερία τους παρά να παραδοθούν.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν είναι γνωστά σε όλους. Χιλιάδες Μεσολογγίτες σφαγιάστηκαν κατά την προσπάθειά τους να διασπάσουν τον κλοιό των οθωμανικών και αιγυπτιακών στρατευμάτων. Πολλοί αιχμαλωτίστηκαν. Γυναίκες και παιδιά οδηγήθηκαν στη σκλαβιά. Οικογένειες διαλύθηκαν. Η πόλη παραδόθηκε στη λεηλασία και την καταστροφή. Και όμως, ακόμη και εκείνη τη στιγμή, πολλοί Μεσολογγίτες προτίμησαν τον θάνατο από την αιχμαλωσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Χρήστος Καψάλης, ο οποίος ανατίναξε την πυριτιδαποθήκη όπου είχαν καταφύγει γυναικόπαιδα και αγωνιστές, επιλέγοντας να πεθάνει ελεύθερος. Οι νικητές πίστεψαν ότι είχαν σβήσει το Μεσολόγγι από τον χάρτη. Η Ιστορία όμως είχε ήδη αποφασίσει διαφορετικά. Γιατί υπάρχουν πόλεις που συνεχίζουν να ζουν ακόμη και όταν καταστρέφονται. Και το Μεσολόγγι είναι μία από αυτές.
Δεν ήταν μια συνηθισμένη ημέρα. Ήταν η Κυριακή των Βαΐων, λίγες ημέρες πριν από το Πάσχα. Και ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία του Μεσολογγίου συνδέθηκε στη συλλογική μνήμη με τις έννοιες της θυσίας, της δοκιμασίας και της ανάστασης. Γιατί το Μεσολόγγι μπορεί να καταστράφηκε ως πόλη, αλλά αναστήθηκε ως σύμβολο. Η θυσία των κατοίκων του συγκίνησε ολόκληρη την Ευρώπη, αναζωπύρωσε το φιλελληνικό κίνημα και ενίσχυσε τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία. Δεν είναι τυχαίο ότι το όνομα της πόλης συνδέθηκε με τον Λόρδο Βύρωνα, ο οποίος άφησε εκεί την τελευταία του πνοή το 1824, προσφέροντας τη ζωή του στον ελληνικό αγώνα. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι η θυσία των Μεσολογγιτών ενέπνευσε σπουδαίους καλλιτέχνες και λογοτέχνες.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ ύμνησε τον αγώνα τους με την πένα του, ενώ ο Ευγένιος Ντελακρουά αποτύπωσε στον περίφημο πίνακά του την Ελλάδα γονατισμένη πάνω στα ερείπια του Μεσολογγίου, μετατρέποντας τη θυσία της πόλης σε παγκόσμιο σύμβολο ελευθερίας.
Και αν η Ιστορία μάς διδάσκει τι συνέβη στο Μεσολόγγι, η ποίηση μας βοηθά να καταλάβουμε τι ένιωσαν εκείνοι οι άνθρωποι.
Ίσως κανένα έργο να μην αποτύπωσε καλύτερα το δράμα αλλά και το μεγαλείο τους από τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Διονυσίου Σολωμού.
Και μόνο ο τίτλος του έργου μας προκαλεί να σκεφτούμε.
Πώς μπορεί κάποιος να είναι ταυτόχρονα ελεύθερος και πολιορκημένος; Η απάντηση βρίσκεται στην ψυχή των ανθρώπων του Μεσολογγίου. Ήταν πολιορκημένοι στο σώμα. Αλλά παρέμεναν ελεύθεροι στη συνείδηση. Οι τελευταίες μέρες πριν από την Έξοδο είναι γεμάτες αγωνία. Οι πολιορκημένοι γνωρίζουν ότι πλησιάζει η ώρα της μεγάλης απόφασης. Πάνω από το Μεσολόγγι απλώνεται μια βαριά σιωπή. Μια σιωπή που μοιάζει να έχει σταματήσει τον χρόνο.
«Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει». Δεν είναι μόνο η σιωπή πριν από μια μάχη. Είναι η σιωπή ανθρώπων που γνωρίζουν τι τους περιμένει και όμως παραμένουν όρθιοι. Η πείνα είχε φτάσει πλέον σε σημείο που δύσκολα μπορεί να συλλάβει σήμερα ο νους μας. Και τότε έρχεται μια εικόνα που χωρά μέσα της ολόκληρη την τραγωδία της πολιορκίας.
«Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει». Μια μάνα ζηλεύει ένα μικρό πουλί γιατί εκείνο βρίσκει έναν κόκκο τροφής και εκείνη όχι. Ίσως να μην υπάρχει πιο σπαρακτικός τρόπος για να περιγράψει κανείς τι σημαίνει πόλεμος. Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή τη δοκιμασία, οι άνθρωποι του Μεσολογγίου δεν έχασαν την αξιοπρέπειά τους. Μέσα σε αυτή τη δοκιμασία εμφανίζεται μια από τις πιο ανθρώπινες εικόνες της ελληνικής ποίησης.
«Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει». Ο ήρωας δεν παρουσιάζεται άτρωτος. Παρουσιάζεται άνθρωπος. Και ίσως γι’ αυτό γίνεται ακόμη μεγαλύτερος. Γιατί η γενναιότητα δεν είναι να μην αισθάνεσαι φόβο ή πόνο. Η γενναιότητα είναι να συνεχίζεις ακόμη και όταν αισθάνεσαι και τα δύο. Να λυγίζεις χωρίς να καταρρέεις. Να υποφέρεις χωρίς να εγκαταλείπεις.
Και καθώς η πολιορκία πλησιάζει στο τέλος της, η φύση γύρω τους ανθίζει. Η άνοιξη γεμίζει τον κόσμο με χρώματα, αρώματα και ζωή. Και ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή δοκιμασία για εκείνους τους ανθρώπους. Γιατί έχουν μπροστά τους όλη την ομορφιά της ζωής και γνωρίζουν ότι μπορεί να μη τη ζήσουν. Ίσως γι’ αυτό ο Σολωμός νιώθει πως εκείνη τη στιγμή «όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει». Γιατί δεν αποχωρίζεται μόνο τη ζωή του. Αποχωρίζεται την οικογένειά του. Τον τόπο του. Τα όνειρά του. Όλα όσα αγαπά. Και όμως, ακόμη και μπροστά σε αυτόν τον πειρασμό της ζωής, οι άνθρωποι του Μεσολογγίου δεν εγκαταλείπουν. Επιλέγουν την ελευθερία. Και γι’ αυτό το παράδειγμά τους συγκινεί δύο αιώνες μετά.
Ελληνίδες και Έλληνες,
Αναρωτιέται κανείς πού βρήκαν τη δύναμη. Πού βρήκαν τη δύναμη να αντέξουν τόσο πόνο. Πού βρήκαν τη δύναμη να συνεχίσουν όταν όλα έμοιαζαν χαμένα. Ίσως η απάντηση να βρίσκεται στην πίστη τους ότι υπάρχουν αξίες για τις οποίες αξίζει να αγωνίζεται κανείς, ακόμη και όταν το τίμημα είναι βαρύ.
Οι άνθρωποι του Μεσολογγίου δεν μας κληροδότησαν μόνο μια ηρωική σελίδα της ιστορίας μας. Μας κληροδότησαν και μια ευθύνη. Να φανούμε αντάξιοι της θυσίας τους. Όχι στα πεδία των μαχών. Αλλά στην καθημερινή μας ζωή. Με σεβασμό προς τον συνάνθρωπο. Με αλληλεγγύη. Με αγάπη για την πατρίδα. Με πίστη στις αξίες που κράτησαν εκείνους όρθιους στις πιο δύσκολες στιγμές. Υπάρχει όμως και ένα ακόμη μάθημα που μας αφήνει το Μεσολόγγι. Κανείς από εκείνους τους ανθρώπους δεν θα μπορούσε να αντέξει μόνος του. Άντεξαν γιατί στάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον. Γιατί μοιράστηκαν τον πόνο, την αγωνία και την ελπίδα. Και ίσως αυτό να είναι ένα μήνυμα που έχουμε ανάγκη και σήμερα.
Σε μια εποχή όπου συχνά κλεινόμαστε στον εαυτό μας, οι άνθρωποι του Μεσολογγίου μάς θυμίζουν τη δύναμη της ενότητας, της αλληλεγγύης και της κοινής προσπάθειας. Μας θυμίζουν ότι όταν οι άνθρωποι έχουν αξίες, πίστη και έναν κοινό σκοπό, μπορούν να αντέξουν ακόμη και το αδιανόητο. Όπως μας θυμίζει ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, η ελευθερία είναι «απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά». Αυτή την άσβεστη δίψα για ελευθερία υπηρέτησαν οι άνθρωποι του Μεσολογγίου. Αυτό το αδάμαστο αγωνιστικό πνεύμα κράτησε όρθιους τους πολιορκημένους μέσα στη δοκιμασία και τους χάρισε μια θέση στην αθανασία της Ιστορίας.
Ελληνίδες και Έλληνες,
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό μεγαλείο του Μεσολογγίου. Ότι δύο αιώνες μετά εξακολουθεί να μας διδάσκει όχι πώς να πολεμάμε. Αλλά πώς να στεκόμαστε όρθιοι. Γιατί όσο υπάρχει το Μεσολόγγι, θα υπάρχει πίστη στον άνθρωπο. Θα υπάρχει πίστη στην ελευθερία. Θα υπάρχει πίστη στη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής να υπερβαίνει τον φόβο και τις δυσκολίες. Θα υπάρχει πίστη στο αγωνιστικό πνεύμα των Ελλήνων. Γι’ αυτό σήμερα δεν τους θυμόμαστε απλώς.


