Η επιστροφή της Ελλάδας στην «πρώτη γραμμή» της μεσανατολικής κρίσης δεν είναι απλώς μια στρατιωτική άσκηση ετοιμότητας, αλλά μια στρατηγική επιλογή υψηλού ρίσκου που επανακαθορίζει τις εθνικές μας προτεραιότητες. Η απόφαση για την ενεργοποίηση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος και την αποστολή της φρεγάτας «Κίμων» στην Κύπρο αποτελεί μια σαφή δήλωση ισχύος, η οποία όμως συνοδεύεται από ένα δυσβάσταχτο οικονομικό και διπλωματικό τίμημα. Από τη μία πλευρά, η Αθήνα ορθώς αντιλαμβάνεται ότι σε ένα ρευστό διεθνές περιβάλλον, η αδράνεια ισοδυναμεί με υποχώρηση. Η παρουσία των F-16 και των Belharra στη Λευκωσία δεν προστατεύει μόνο την Κύπρο προστατεύει το κύρος της Ελλάδας ως περιφερειακού εγγυητή της ασφάλειας. Ωστόσο, αυτή η «στρατιωτική διπλωματία» προκαλεί ήδη τα αντανακλαστικά της Άγκυρας, η οποία παραμονεύει για να εργαλειοποιήσει την ελληνική κινητικότητα, βαφτίζοντάς την «αποσταθεροποιητική». Η κυβέρνηση οφείλει να κινηθεί με χειρουργική ακρίβεια ώστε η αποτροπή να μην μετατραπεί σε αφορμή για ένα νέο ελληνοτουρκικό αδιέξοδο. Την ίδια στιγμή, το «μέτωπο» της εσωτερικής επικαιρότητας θυμίζει πως οι πύραυλοι και τα ραντάρ δεν χορταίνουν τους πολίτες. Όταν η Ελλάδα κατατάσσεται ως η 4η ακριβότερη χώρα στην ΕΕ στην ενέργεια, η δημόσια συζήτηση για το κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων γίνεται αναπόφευκτα εκρηκτική. Η αντιπολίτευση, ζητώντας έκτακτη ενημέρωση, αγγίζει μια κρίσιμη χορδή: μπορεί ο προϋπολογισμός να αντέξει το κόστος της «γεωπολιτικής υπεροχής» χωρίς να θυσιαστεί η κοινωνική συνοχή; Σε αυτή τη δίνη, η χώρα καλείται να ισορροπήσει σε δύο τεντωμένα σχοινιά. Η εθνική ασφάλεια είναι αδιαπραγμάτευτη, αλλά η βιωσιμότητα της κοινωνίας είναι ο θεμέλιος λίθος της. Αν η κυβέρνηση δεν καταφέρει να πείσει ότι η θωράκιση της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο συμβαδίζει με τη θωράκιση του νοικοκυριού από την ακρίβεια, τότε η γεωπολιτική επιτυχία κινδυνεύει να επισκιαστεί από μια εσωτερική πολιτική κρίση.
Α.Κομνηνός
