Η δυναμική επιστροφή του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος, με την αποστολή της φρεγάτας «Κίμων» και ζεύγους μαχητικών F-16 στην Κύπρο, έχει μετατρέψει την Ανατολική Μεσόγειο σε ένα πεδίο σύνθετων διπλωματικών διεργασιών, όπου οι κινήσεις της Αθήνας αναλύονται υπό το πρίσμα των διεθνών ισορροπιών. Η ελληνική κινητοποίηση, αν και αμιγώς αμυντική, προκάλεσε την άμεση αντίδραση της Άγκυρας, η οποία μέσω του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών κάνει λόγο για «προκλητική ενίσχυση» που τορπιλίζει το κλίμα διαλόγου. Σε αυτό το εκρηκτικό σκηνικό, οι ΗΠΑ και η ΕΕ τηρούν στάση προσεκτικής υποστήριξης προς την Ελλάδα, αναγνωρίζοντας τον ρόλο της ως πυλώνα σταθερότητας. Η Ουάσιγκτον, έχοντας ήδη προχωρήσει στην άρση του εμπάργκο όπλων προς την Κύπρο, βλέπει την ελληνική παρουσία ως εγγύηση για την ασφάλεια των ανθρωπιστικών διαδρόμων στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ συστήνει αυτοσυγκράτηση, επιδιώκοντας να διατηρήσει τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ απέναντι στις τουρκικές αιτιάσεις. Από την πλευρά τους, οι Βρυξέλλες ερμηνεύουν την ελληνική κινητικότητα ως έμπρακτη εφαρμογή της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Η προστασία της Κύπρου θεωρείται πλέον ταυτόσημη με την προστασία των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ, ειδικά σε μια περίοδο που η ενεργειακή θωράκιση της Ευρώπης εξαρτάται από τους θαλάσσιους δρόμους της περιοχής. Παρά τις τουρκικές προειδοποιήσεις για «κούρσα εξοπλισμών», η ΕΕ διαμηνύει πως ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου είναι αδιαπραγμάτευτος. Καθώς η Αθήνα προετοιμάζεται για τις κρίσιμες ενημερώσεις των πολιτικών αρχηγών, το στοίχημα είναι διπλό: η διατήρηση της αποτρεπτικής ισχύος χωρίς τη διολίσθηση σε μια νέα ελληνοτουρκική κρίση. Η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στις συμμαχικές προσδοκίες και την εθνική στρατηγική, την ώρα που η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει στη χώρα έναν απαραίτητο, αν και βαλλόμενο από την ακρίβεια και τις γεωπολιτικές πιέσεις, «ασφαλή λιμένα».
Α.Κομνηνός
