Οι οικονομικές επιπτώσεις των αμυντικών δαπανών στην Ελλάδα για το 2026

Οι οικονομικές επιπτώσεις των αμυντικών δαπανών στην Ελλάδα για το 2026 αποτελούν ένα σύνθετο ζήτημα που ισορροπεί ανάμεσα στη δημοσιονομική σταθερότητα και τις γεωπολιτικές αναγκαιότητες. Σύμφωνα με το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού 2026, το μερίδιο των εξοπλιστικών προγραμμάτων αναμένεται να ανέλθει στο 45% του συνολικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, αντανακλώντας τη συνέχιση των μεγάλων παραλαβών οπλικών συστημάτων. Η Ελλάδα έχει υποβάλει αίτημα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την εξαίρεση μέρους αυτών των δαπανών, ύψους περίπου 500 εκατομμυρίων ευρώ, από τον υπολογισμό των ορίων δαπανών, προκειμένου να διατηρηθεί ο δημοσιονομικός χώρος για κοινωνικές παροχές. Παρά το υψηλό κόστος των εξοπλισμών, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να συνεχίσει την καθοδική του τροχιά, υποχωρώντας κάτω από το 140% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026.

Η επίδραση των αμυντικών δαπανών στην ανάπτυξη είναι διττή. Από τη μία πλευρά, οι δαπάνες αυτές λειτουργούν ως «δίκοπο μαχαίρι», καθώς η άμεση συσχέτισή τους με την οικονομική μεγέθυνση στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες που διαθέτουν ισχυρότερη εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Από την άλλη πλευρά, η επιδίωξη είναι η ενεργοποίηση εγχώριων εταιρειών μέσω offset συμφωνιών, οι οποίες μπορούν να στηρίξουν θέσεις εργασίας και την τεχνολογική καινοτομία. Ενώ οι αμυντικές επενδύσεις ενδέχεται να προσφέρουν μια βραχυπρόθεσμη τόνωση στο ΑΕΠ, η μακροπρόθεσμη πρόκληση παραμένει η αποφυγή της απορρόφησης πόρων από κρίσιμους τομείς όπως η υγεία και η παιδεία, ιδιαίτερα σε μια χρονιά όπου η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει κοινωνικά επιδόματα ύψους 1,2 δισ. ευρώ για τη διετία 2026-2027.