Μια νέα μελέτη του University of East Anglia ενισχύει την επιστημονική υπόθεση ότι το μικροβίωμα του εντέρου συνδέεται στενά με τη λειτουργία του εγκεφάλου, προτείνοντας ότι μια απλή αιματολογική εξέταση θα μπορούσε στο μέλλον να εντοπίζει άτομα με αυξημένο κίνδυνο πρώιμης γνωστικής εξασθένησης, χρόνια πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα Άνοια.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Gut Microbes, βασίστηκε στην ανάλυση δειγμάτων αίματος και κοπράνων από 150 άτομα άνω των 50 ετών, μεταξύ των οποίων υγιείς εθελοντές, άτομα με υποκειμενικά προβλήματα μνήμης και ασθενείς με ήπια γνωστική διαταραχή – μια κατάσταση που θεωρείται πρόδρομος της άνοιας.
Οι επιστήμονες εξέτασαν 33 μόρια που σχετίζονται με τη διατροφή και τα βακτήρια του εντέρου σε δείγματα αίματος νηστείας και τα συνέκριναν με τα μικροβιακά προφίλ των συμμετεχόντων. Διαπίστωσαν ότι οι μεταβολές σε συγκεκριμένους μεταβολίτες του αίματος συνδέονται στενά με αλλαγές στη σύσταση του μικροβιώματος, ενισχύοντας την έννοια του «άξονα εντέρου-εγκεφάλου» ως παράγοντα που επηρεάζει τη γήρανση του εγκεφάλου.
Με τη χρήση μοντέλου μηχανικής μάθησης, βασισμένου σε έξι βασικούς μεταβολίτες, οι ερευνητές κατάφεραν να ταξινομήσουν τους συμμετέχοντες με ακρίβεια 79%, ενώ διέκριναν τους υγιείς από όσους εμφάνιζαν ήπια γνωστική διαταραχή με ποσοστό άνω του 80%. Όπως δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης David Vauzour, τα ευρήματα δείχνουν ότι βιολογικοί δείκτες της γνωστικής έκπτωσης ενδέχεται να είναι ανιχνεύσιμοι πολύ πριν καταστεί δυνατή η κλινική διάγνωση.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Queen Mary University of London και χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από τον οργανισμό Alzheimer’s Research UK, εντασσόμενη στο ευρύτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη αιματολογικών εξετάσεων που θα επιτρέπουν την έγκαιρη ανίχνευση νευροεκφυλιστικών νοσημάτων, όπως η Νόσος Αλτσχάιμερ.
Παρά τη σημασία των ευρημάτων, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η μέθοδος δεν είναι ακόμη έτοιμη για διαγνωστική χρήση. Όπως σημείωσε ο συν-συγγραφέας Simon McArthur, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τέτοιοι βιοδείκτες θα μπορούσαν στο μέλλον να βοηθήσουν στον εντοπισμό ατόμων υψηλού κινδύνου, ακόμη και πριν εμφανιστεί σημαντική εγκεφαλική βλάβη, χωρίς όμως να μπορούν προς το παρόν να χρησιμοποιηθούν για διάγνωση.
Η μελέτη προστίθεται σε ένα αυξανόμενο σώμα ερευνών που συνδέουν τις αλλαγές στο μικροβίωμα του εντέρου με τη γνωστική λειτουργία και τη μνήμη. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της σχετικής βιβλιογραφίας παραμένει σε πρώιμο και κυρίως παρατηρητικό στάδιο, γεγονός που καθιστά αναγκαία την περαιτέρω κλινική επιβεβαίωση πριν αναπτυχθούν αξιόπιστα διαγνωστικά εργαλεία ή θεραπείες βασισμένες στο μικροβίωμα.
Συνολικά, τα ευρήματα αποτελούν ένα πολλά υποσχόμενο αλλά ακόμη προκαταρκτικό βήμα προς την κατεύθυνση της έγκαιρης ανίχνευσης της γνωστικής έκπτωσης, αναδεικνύοντας τη δυναμική του άξονα εντέρου-εγκεφάλου, χωρίς ωστόσο να συνιστούν ακόμη έναν επιβεβαιωμένο τρόπο διάγνωσης της άνοιας πριν την εμφάνιση συμπτωμάτων.
